fbpx

: Αφού λοιπόν καταγίνηκα ένα δυο μήνες να μάθω ετούτα τα γράμματα οπού βλέπετε, εφαντάστηκα να γράψω τον βίον μου. καταδέχομαι: συμπεριφέρομαι φιλικά σε κάποιον που θεωρείται κατώτερος, δέχομαι, δέχομαι να κάνω ό,τι κάνει όλος ο κόσμος. Δημ.: Καλώς ήρθαν οι άρχοντες με τα καλά τα λόγια. / -Κακώς ήρθαν οι άρχοντες με τα κακά τα λόγια. / Δε θέλει σε, δε χρήζει σε, δε καταδέχεταί σε < ελνστ. : …που πολεμάει κατακαμπίς, κατακαμπίς στουν κάμπου, / δίχως ψωμί, δίχως νερό, δίχως κάνα μιντάτι. κατάματα, κατάχαμα, κατάμεσα κ.α.· «το παίρνω κατάκαρδα»: στενοχωριέμαι πολύ, πειράζομαι, θλίβομαι. Κατάκαρδα πήραν οι Ρώσοι τον αποκλεισμό τους από την Ελλάδα. Οι φανατικοί της σειράς, όπως φαίνεται, το πήραν κατάκαρδα και μαζεύουν υπογραφές για να γυρίσει ο «M.D.» στις οθόνες τους.

Δημοφιλή Παιχνίδια στα Ξένα Καζίνο για το Ελληνικό Κοινό

Η σκιά της καρυδιάς είναι βαριά επειδή τα φύλλα και οι καρποί περιέχουν αιθέρια έλαια < αρχ. κάρῠον, το: κάθε είδους καρύδι, διακρινόμενο σε ποικίλα είδη, όπως βασιλικά ή Περσικά, τα καρύδια, ονομάζονται και απλώς κάρυα. καρύκι το: το καρύδι του λαιμού, η προεξοχή του θυρεοειδούς αδένα· το κουκούλι του μεταξοσκώληκα. : …σαν το μεταξοσκούληκο μέσα στο καρύκι του < μεσν. καρύκιον: η κάψα που περιέχει το βαμβάκι < μσν.

ΟΙ ΕΚΤΑΚΤΕΣ ΚΟΙΛΙΑΚΕΣ ΣΥΣΤΟΛΕΣ

Δημ.: Ως τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμει το γιοφύρι, / κι ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάτες. καρφωτή η: λέγεται για μια δουλειά, συνήθως παράνομη ή παράτυπη, που προδόθηκε, μαρτυρήθηκε «καρφώθηκε» από κάποιον· όταν κάποιος ειδοποιήσει ή ρουφιανέψε, λέμε ότι πήγε καρφωτή, στημένη η δουλειά. Η δουλειά έγινε καρφωτή και τους δύο από τους τρεις της συμμορίας τους ανέλαβε η ασφάλεια Αττικής. καρώνω: κοιμάμαι βαθιά, βυθίζομαι σε νάρκη, λήθαργο. : Κι οι άλλοι στρατηγοί κοντά στα πλοία, καρωμένοι / από βαθύ ύπνο μαλακό, ολονυχτίς κοιμούνταν < αρχ. : Ο Γουλιέλμος αποφάσισε να χτυπήσει την ηγεμονία της Αθήνας κατάκαρδα. Αν δούμε την αλήθεια κατάματα, έχουμε ελπίδες για το εκλογικό αποτέλεσμα. : Και πλάι απ᾿ το νερό που στάζει συλλαβίζοντας. / Ένα πελώριο φυτό κοιτάει κατάματα τον ήλιο! κατάμερο το: κατώμερο, πεδινό μέρος, τόπος σε κάμπο. Η καταιγίδα μαίνεται στα πυκνά δασωμένα κι ακατοίκητα βουνίσια κατάμερα του Πηλίου. Δημοτ: Ένας αϊτός περήφανος, ένας αϊτός λεβέντης / από την περηφάνια του κι από τη λεβεντιά του, / δεν πάει τα κατώμερα να καλοξεχειμάσει.

Πλεονεκτήματα και δυνατότητες του Buran καζίνο

κάσα η: κιβώτιο ξύλινο ή μεταλλικό, κατάλληλο για τη μεταφορά τροφίμων ή άλλων αντικειμένων· φέρετρο· ταμείο, κοινό ταμείο. : Επάνω εις το λεγάτον όπου άφησεν ο μακαρίτης Δημήτριος Παγούνης εις το ελληνικόν σχολείον.- ίσον του καθημερινού Κασσιέρη δια την μετάθεσιν των άσπρων μετά την παράδοσιν εις την Κάσαν και τον Μπάγκον εις εμπιστοσύνη εκείνων. : Τώρα έχουμε, βρε Γληόρ᾿, μια κι εξηνταπέντε. – Κι από πόσα κάνει να πάρουμε; είπεν ο άλλος, όστις ήτο κάσσα. Από ογδόντα λεπτά.- Δε θε-μοιραστούμε κι τ᾿ν πεντάρα αυτ᾿νής τς γριάς; < ιταλ.

Ευρωπαϊκές Άδειες και η Σημασία τους για τους Έλληνες Παίκτες

: Κι᾿ ἀπὸ αὐτὸ τὸ κασαβέτι πέθανε κι᾿ ὁ καϊμένος ὁ Ζαΐμης καὶ χάσαμεν ἕναν πατριώτη ἐξ αἰτίας αὐτεινοῦ τοῦ κακοῦ· καὶ τὸν ἔκλαψε ὅλη ἡ πατρίδα. : Ὁ νέος, ἱκετικῶς, εἶχεν εἰπῆ εἰς τὴν θεια-Χαρανίναν. – Ντέρτι δικό μου, θειά, κασαβέτι δικό σου! : Τα ΄χασε ο Διάκος, μόνο που δεν κασάβιασε τα βρακιά του. κάσαβος ο -η -ο & κάσιαβος ο: βρεγμένος (Γέρμας Καστοριάς). / μόν᾿ μένει απάνω στα βουνά, ψηλά στα κορφοβούνια.

Π – P

κασαμπάς ο: η (οχυρωμένη) πόλη, μεγάλο χωριό, κωμόπολη, αστικό κέντρο. Δημ.: Ένας πασάς διαβαίνει κι άλλος έρχεται / στα Τρίκαλα πηγαίνουν, μες τον κασαμπά < τουρκική kasaba (κωμόπολη) < οθωμανικά τουρκικά قصبه (kasaba) < αραβική قصبة (qaṣaba). κασίδα η: δερματοπάθεια του τριχωτού της κεφαλής, που προκαλεί γενική ή κατά τόπους τριχόπτωση· μτφ. Την κασίδα τη βρίσκουμε και σε δυο λαϊκές «παρηχητικές ατάκες»: «Μόρα και κασίδα», που τη λέμε όταν έχουμε τα μπουρίνια μας και ο άλλος μας πει «μωρέ…», ή «νέκρα και κασίδα» που τη λέμε όταν ο άλλος μας πει «ναι». : «Τι της μοιάζει της κασίδας, μαργαριταρένιο φέσι.» Ηπίτ.

Ορισμός και Βασικά Χαρακτηριστικά των Ξένων Καζίνο

: κασίδα η: κνύος, ψώρα της κεφαλής < μσν. κασίδης ο & κασιδιάρης ο: αυτός που έχει κασίδα, κνυώδης. : «Ο κασιδιάρης όλα τα παιχνίδια τα παίζει, το κλωτσοσκούφι δεν το παίζει.», «Πολλοί μπαρμπέρηδες για του κασίδη το κεφάλι.», «Στου κασίδη το κεφάλι θα μάθει να ξυρίζει.», «Έπιασε ο κασίδης μαλλί και πήρε τη σκούφια του στο χέρι.», «Έκαμε κι ο κασίδης μαλλιά και τα ‘βαλε στη τζέπη του.», «Σαν και σένα, βρε κασίδη, χίλιους έχουμε στο ξίδι.» < Βλ. & κασίδα η, αποθερίζω. κασιούλα η: το ώριμο γκόρτσο, η ζιούκα. : Το κυρίως κατάμερόν μου ήτον υψηλότερα, έξω της ακτίνος των ελαιώνων και αμπέλων, εγώ όμως συχνά επατούσα τα σύνορα. Εκεί παραπαίω, ανάμεσα εις δύο φάραγγας και τρεις κορυφάς, πλήρεις αγρίων θάμνων, χόρτου και χαμοκλάδων, έβοσκα τα γίδια του Μοναστηρίου. κατάμουτρα: κατευθείαν στα μούτρα, ευθέως, χωρίς περιστροφές. Άλλοι «μου έλεγαν κατάμουτρα «δεν μας κάνεις, φύγε.» Μας κοροϊδεύουν κατάμουτρα. : Μόλις σήμερα βρήκα το θάρρος και ξεσκέπασα το κηπάκι σαν φέρετρο.

Rasberries: οφέλη για την υγεία

κασκαρίκα η & χασκαρίκα η: αστείο πάθημα, κωμικό ή τραγικό επεισόδιο, ζημιά, κατεργαριά, μπαμπεσιά, φάρσα. Ήμαν λέφτερος (γρήγορος), σάματ᾿ μη βάρυνι του κριάς < ίσως από το ιταλ. κασκέτο το: είδος καπέλου με γείσο, από ύφασμα ή από άλλο μαλακό υλικό· πηλίκιο. Προσήλθε συνοδευόμενος από περίπου έξι άνδρες, ντυμένους με σκούρα ρούχα και κασκέτα. Κασκέτα προστασίας από κρούσεις με εσωτερικό κέλυφος, τύπου μπέιζμπολ.

Πώς τα Xena Casino Εξυπηρετούν Έλληνες Παίκτες

Πού πηγαίνει με κασκέτο, γυαλιά και το σκυλί αγκαλιά; < ιταλ. κασταλαή η: καθαριστικό μείγμα με στάχτη, αλυσίβα, το κατακάθι του σταχτόνερου, ίζημα. Με την κασταλαή γινόταν και η μπουγάδα. : Αι δε νέαι και αι νοικοκυραί συγκέντρωναν εις την αυλήν όλα τα μαγειρικά σκεύη της οικίας, ολόκληρους σωρούς μπακιριών, τα οποία έπλυναν, έβραζαν με σταχτόνερον (κασταλαήν), δια να μη μείνει ίχνος λίπους επάνω εις αυτά και μολυνθούν κατά την περίοδον της νηστείας της μεγάλης Σαρακοστής < ελνστ. σταλάζω: για υγρό το οποίο χύνεται αργά και σταγόνα σταγόνα < αρχ. Με πήραν κατάμουτρα οι μυρωδιές, λεμόνι, γαρίφαλο.

Εποχή Φρούτο (Ελληνικά) Φρούτο (Αγγλικά) Τυπική εμφάνιση
Άνοιξη Κεράσι Cherry Μικρό, κόκκινο
Καλοκαίρι Πεπόνι Melon Μεγάλο, στρογγυλό
Φθινόπωρο Μήλο Apple Στρογγυλό, πολλά χρώματα
Χειμώνας Πορτοκάλι Orange Σφαιρικό, πορτοκαλί

: Από ένα φαγί φεύγω και στο ίδιο κατανταίνω.», «Από έναν βγαίνει ο λόγος και σε χίλιους κατανταίνει.» καταπέτασμα το: λέγεται για πολύ μεγάλη ποσότητα φαγητού ή άλλων αγαθών που φαγώθηκαν, καταναλώθηκαν, ξοδεύτηκαν. : Η Αλίκη ήτανε ατσίδα και το εκμεταλλεύτηκε το πράμα.

  • Καρπούζι - Watermelon
  • Πεπόνι - Melon
  • Ακτινίδιο - Kiwi
  • Ανανάς - Pineapple
  • Μάνγκο - Mango

Του ᾿φαγε το καταπέτασμα, μέχρι τα διαμάντια του Στέμματος, και μετά έγινε το ένα της με τον τρίτο γιο του βασιλιά, το δούκα του Λάνκαστερ -Ιωάννη της Γάνδης- και κυβερνούσε μαζί του το βασίλειο. καταπιάνομαι: πιάνω και ασχολούμαι, κάνω μια δουλειά: Παπαδ. : Η Κατερνιώ έβαλε το λαγούτο πλάγιον επί του στέρνου της, κι έκαμνε τάχα πως το παίζει. -Άφησέ το, κυρά μου, μη το καταπιάνεσαι!

Κοινή ελληνική ονομασία Αγγλική μετάφραση Εναλλακτική/Εμπορική ονομασία Σημειώσεις
Γκρέιπφρουτ Grapefruit Πομπέλος (κθαευσα) Υβρδιο ροαλιού & πωαώ
Μαρμελάδα Quince Κυδώνι πάνι ωό, μαμλδες
ι Lychee Litchi Εωι τραύ λοό
Φιστίκι Pistachio ιστκιά (ο καρπός) Ξηρός ας, αλλά θεωρι ούο

: «Όποιος καταπιάνεται με τηγάνι μουντζουρώνεται.» Βλ.

  • Μήλο - Apple
  • Μπανάνα - Banana
  • Πορτοκάλι - Orange
  • Φράουλα - Strawberry

& σαββατιανός ο. : Του έκαναν μια εγχείρηση για βρογχικά κι όχι μόνο χάλασε περισσότερο η φωνή του, αλλά έμεινε κι ένα κομματάκι να κρέμεται μέσα στον καταπιόνα.

Γ – C

Τα βαρύτιμα εγγλέζικα «κασμίρια» και οι παχιές φανέλες εξαφανίζονται σιγά σιγά από τα στοκ των ραφτάδων. Στην περιοχή αυτή παράγεται το καλύτερης ποιότητας κασμίρι στην Ινδία, το οποίο εξάγεται και χρησιμοποιείται σε όλο τον κόσμο. : κασμίριον το: λεπτότατον ύφασμα διά μαλλίου αιγός < ινδική πόλη Κασμίρ. κασμιρτζής ο & κασμερτζής ο: αυτός που λέει κασμέρια, φιλάστειος, καλαμπουρτζής. Οι πιο «κασμιρτζήδις» θα γεμίσουν κάθε λευκή επιφάνεια των σκηνικών με …παραινέσεις, σχόλια και οδηγίες, όλα στο λιτό και «τσουχτερό» ύφος της Κοζανίτικης εκφραστικής παράδοσης.

Οι σημαντικότερες εταιρείες λογισμικού για φρουτάκια:

καστανιάρας ο: ο ελληνικός καφές στα κουδαρίτικα. καταβολάδα η: μέθοδος πολλαπλασιασμού των φυτών, κατά την οποία ένα κλαδί, χωρίς να αποκοπεί από τον κορμό, φυτεύεται στη γη για να σχηματίσει καινούρια ρίζα. : «Τον Οκτώβρη και Νοέμβρη, φύτευε καταβολάδες.» < ελνστ. καταβόλι το: γνωστοποίηση και πρόσκληση σε βάφτιση. καταγίνομαι: καταπιάνομαι, ασχολούμαι συστηματικά με κάτι, δουλεύω, εργάζομαι. : Στον καταπιόνα του λαιμού τον βάρεσεν η πέτρα / και της ζωής του εχάλασε σε μια στιγμή τα μέτρα. : καταπιώνας o: ο φάρυγξ· εκ του καταπίνειν. κατάπλασμα το: παχύρρευστη μάζα από αμυλώδεις ουσίες με θεραπευτικές ιδιότητες, που την έβαζαν μέσα σε λεπτό και αραιό ύφασμα και την άπλωναν στο σημείο του σώματος που παρουσίαζε ερεθισμό ή φλεγμονή (Τριαντ.). : Αντίδοτα δε φάρμακα, τα κοινώς ελιάτσια, κατά των μαστίγων αυτών ήσαν: Το πάτημα της πλάτης, τα τούβλα και οι κεραμίδες (οι ζεστές εννοείται), το σήκωμα απ᾿ τα χλιαράκια, το τσίμπημα της μέσης, το μέτρημα, τα καταπλάσματα με το μακεδονίσι (μαϊντανό), το διάβασμα, το σπαθόχορτο, το νισιαντίρι με το καλάμι (για τις αμυγδαλές), οι ξυνοπαπάρες, οι φουντανέλλες, ο βόλος, το φριξονέρι και το γύρισμα του αφαλού.

Αλληλεπίδραση με φάρμακα

κασμάς ο: σκαπτικό εργαλείο, είδος στενής αξίνας. ο βλαξ, αυτός που δεν παίρνει στροφές, στούρνος. : Τριγυριστὴς τῆς Ἰνδικῆς στὰ νιάτα του ὁ Κοσμᾶς, / πίστεψε στὰ γεράματα πὼς θὰ καλογερέψει. / Κυρὰ θαλασσοθάνατη, στὰ χέρια του ἔχεις ρέψει, / ποὺ στὰ στερνὰ τὰ μάρανε τὸ ἀλέτρι κι ὁ κασμᾶς < τουρκ. κασμέρι το: κοροιδία, κουτσομπολιό, αστείο, περγέλιο, κουβέντα που λέγεται για να περάσει η ώρα.

Μέθοδοι Κατάθεσης και Ανάληψης για Έλληνες Παίκτες

Τα κασμέρια κι τα κάχα μπάχα πουλιτεύουντι ώς τα σήμιρα. Κρατιούντι οι ρίζις καλά κι αυτοί π᾿ ζούν cas ωνασησ καζινο μοντε καρλο στ᾿ Σκίρκα τα καταλαβαίν᾿ν καλύτιρα απ᾿ τουν καθένα (Κοζάνη). Για να μην πω ότι μιλάνε μόνο Σούρδικα, άντε και εγγλέζικα γιατί θα νομίζουν οι ερευνητές ότι τους κασμερεύω. Και για να είμαι εντός θέματος κασμερεύω. κασμίρι το: μάλλινο ύφασμα, λεπτή τσόχα, την οποία χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή περισκελίδων. καταπότι το: το χάπι, ό,τι καταπίνουμε. : Τα περισσότερα δαιμόνια μπαίνουν απ᾿ το ατελώνιστο στόμα· φαγητά, ποτά, τσιγάρα, καταπότια -όλοι πάνε από πιρούνι, από ποτήρι, από καπνό κι από την κακή τους τύχη < μσν. καταράχι το: το ψηλότερο σημείο της κορυφής ενός βουνού. : Ήλθαν και εκείνοι εις την πολιορκίαν των Ελλήνων, έπιασαν ένα καταράχι δέκα μπαϊράκια και εμπόδιζαν την κοινωνία μας με τους μέσα – Το βράδυ παίρνω μερικούς και πάγω εις το καταράχι, όπου ήτον οι σημαίες των Τούρκων. Δημ.: Βουνά και κάμπους έδειρα, βουνά και καταράχια, / νυχτιές χωρίς αστροφεγγιά, νυχτιές χωρίς φεγγάρι. : «Καημό που το ᾿χε η ρίγανη, που εκάη το καταράχι.» κατά + ράχη < μσν. κατασάρι το: εσώρουχο, το ρούχο που φοράμε κατάσαρκα, η φανέλα. Ο Αραβαντινός αναφέρει κατασάρκι το: το επί της εικόνας της Αγίας Τριάδος ύφασμα.